Φλοκάτη Άσπρη ...
.
Σε άκουσα που έγραψες ...
Διάβασα,
κι' "άκουσα" τα γραμμένα ...
Βάδισα, αργότερα, στου κρεβατιού την άκρη,
επάνω στο χαλί -φλοκάτη άσπρη-
φύκι λευκό όπου το περιβάλλει.
Κι' έπεσα...
Αγκάλιασα το μαξιλάρι,
σαν κάθε βράδυ το τολμώ...
Πάλι ήσουν εκεί.
Ψιθύριζες, κόμπιαζες να μου πείς,
να συμπληρώσεις,
τα λόγια να τελειώσεις ...
κι έσφιγγα το μαξιλάρι πιότερο,
να δώσω σου "ανάσα" ...
Καλή μου ... απόμακρη ...
Να μη ξημερωθώ ... το ζήτησα ...
Ν' ακούω, ότι ακούω,
κι ότι καταλαβαίνω να μπερδεύομαι.
Ο φίλος μου,
ο Μάρκος,
στα πόδια στριφογύρισε,
-το κάνει δεκαπέντε χρόνια,
ο κολλητός τετράποδος-.
Γύρισε με το βλέμμα του,
το άφωνο συνάμα, το στεντώριο,
"τι τρέχει ..."
Όπως κι εσύ, τ' απήντησα,
ακούω, αισθάνομαι, ριγώ
μα,
δεν καταλαβαίνω,
δεν είναι εδώ μα, μου μιλά,
πετάγομαι να πιάσω λέξεις,
ακούσματα περαστικά,
εικόνες δίχως λέξεις.
Σκέφτομαι,
ζω,
αισθάνομαι και,
... νοιώθω.
Φλοκάτη, μαξιλάρι, κουρνιαχτός,
των φαντασμάτων ο αχός ....
κι εσύ ... φυλακισμένη.
α.α/ Αλέξανδρος
(Π.Α.-26/03/2010-12:44 π.μ.)
.