29 Σεπ 2007

Στίγματα ψυχής, ... αγαπημένα ...

.
Φορτώθηκα αυτή την εβδομάδα,
ριζώθηκα στα μέσα μου,
δάκρυα μα, και ανάσες.

Φωνές, ηλιοβασίλεμα,
ψυχές σε φεγγαράδες,
στιγμές που δεν γυρίζουνε,
κραυγές στους μαχαλάδες,

Κι εγώ,

που ξημερώνομαι,
αλλού αποκοιμιέμαι,
κοιτώ μπροστά και περπατώ,
μόνος μου κουτσουλιέμαι.

Διακρίνω μπρός μου πιτσιλιές
ξεφεύγω τους λιγάκι,

μα τελικά αναρωτώ,

πώς θα μπορούσα εγώ να βρώ

σωστή ρότα στον χάρτη αν,

σ' ενός προσώπου πιτσιλιές,
φακίδες θαρρώ τις λένε,
που οι χάρτες τις ξεχάσανε
για εκείνες δεν λαλιένε,

δεν έβαζα το χεράκι μου,
τέχνη μου δοξασμένη,

στην πλώρη της αγάπης μου

στη ρότα της καρδιάς μου

μεσα απο στίγματα ψυχής,

να φτάσω τα όνειρά μου ...



Πάνος
α/α. Αλέξανδρος ....... (ΔΕΙ).


.
(Π.Α. - 29/09/2007 - 01:59 π.μ.)

25 Σεπ 2007

Έκλαψα σιγαλά ...

.

Ξάπλωσα εκεί που άφησε την τελευταία της πνοή ...

Εδώ θέλω απόψε ν' αποκοιμηθώ.


Άκουσα το ψιθύρισμα που μου φύλαγε ...

Νόμισα ...

τίποτε δεν άκουσα, κι ούτε θα ξανακούσω ...

Ούτε κι ο Μάρκος ...


Όμως κοιμήθηκα αγκαλιά της, όπου ... δεν ήτανε ...

Όμως την άκουσα να περπατάει, όπου ... δεν περπάταγε ...

Όμως την έκλαψα σιγαλά όπως, όλη μέρα δεν κατάφερα ...


Εκείνη βλέπεις, σ' όσα έζησα ... μου στάθηκε.

Όχι μονάχα στα καλά -τα λίγα- μα ... στα δύσκολα.


Κι' ήταν τυφλή, να με κοιτάξει δεν κατάφερνε.

Μου έδειχνε δρόμο όμως μπροστά, σαν χρυσαλλίδα.

Πρόσθεσε δύναμη ψυχής σε αυτήν που είχα.

Μάθημα απαίτησης ζωής, αν δεν το είχα,

Τις διαδρομές συμπλήρωνε, μικρή κυρία,


ένα χαμόγελο μου κληρονόμησε ... περιουσία.



Κλαίω τώρα μπουμπουλίνα μου μα, σου χαμογελώ,

Γιατί, ένα πράγμα μοιραστήκαμε μοναδικό,

εκείνο που δεν χρειάστηκε, εσύ κι εγώ,

να πούμε ο ένας στον άλλο,


....... ευχαριστώ.



Ο Πάνος σου μπουμπούκι μου,

... εγώ.




.

24 Σεπ 2007

Δέκα γίνανε τελικά ....

.

7:47

είχε κερδίσει απο παληά
μια θέση στη καρδιά μου ...

Σήμερα το ξημέρωμα,
διάλεξε η μονάκριβη
να ζει στα όνειρά μου ...


Π.

23 Σεπ 2007

Εννέα Θανάτους ... κι' Ένανε ......

.

Μου 'γραφε μέχρι τώρα,

Ρωξάνη, Τάκης, Max, Δημήτρης, Σταύρος, Μίμης,
Γιάννα, Γιάννης, κι άλλος Μίμης, παληά λιγάκι
μα και, πρόσφατα, ζωή μου εστγματίσε
ο αποχωρισμός τους ...

Σε είκοσι χρόνια περαστά, σαν χθές λες και να ήταν,
τώρα ξανά, αναμονή των ημερών.

Το ορφανό που αγκάλιασα, στου δρόμου εκεί την άκρη,
που αγάπησα, με αγάπησε, τυφλό που 'γινε αιφνικά,
μα ένοιωθε την καρδιά μου, χτύπαγε για το είναι της
η έρμη η δικιά μου.

Εννέα θανάτους που έζησα,
κι ένανε που θα ζήσω,
με μιας ελπίδας την πνοή
πρέπει να ισορροπήσω ...

Εννέα θάνατοι φύγανε και,

ένας που θε' να έρθει,

απ' της αγάπης μου την πηγή,
σταγόνες μου να φορτωθεί,

γλυκειά της να είναι η στερνή,

του ταξιδιού η μέθη.


Πάνος.

(Π.Α. 23/09/07 - 05:27 π.μ.)

(Για τη ΜπουΜπού, το μπουμπουκάκι μου, την αγαπημένη μου τετραποδούλα,
που ξαποσταίνει στο μπράτσο μου, στερνές αναπνοές ...).


.

22 Σεπ 2007

ΤΟΥ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΥ ΤΑ ΛΑΓΟΥΜΙΑ

.

Μιαν Ιστορία θε' να πω.


Απλόχερα σου έδωσα,
ότι θα μπόραγε η παλάμη σου να πάρει.

Βρέθηκαν αραδιασμένα όλα εκεί,
πιότερο περισσευάμενα και ακόμη κάτι.

Κι εσύ,
τη γέμισες την παλαμούλα σου με μιας.

Πριν να μπορέσει ο βορριάς
ο θεριαλής να συναντήσει,
την ύστατη,
ερωτικής απανεμιάς, τη ρήση.

Το σούρουπο της λήθης
μου ζήτησε να πω,
την ιστορία εκείνη που,
δεν έγραψε ποτέ στους τοίχους.

Της μονάκριβης πλεξούδας της βοής σου,
ματισμένης ξανθεμένους μύθους,
που κι εκεινής της Αριαδνής,
εμπέρδεψε ηδονικά τους μίτους.

Τι πίστεψες λαγούμι μου χλωρό;
Λες να έγιναν οι θρύλοι όλοι,
αίφνης, μονάχα Ένας;

Μπα, μόνο χαζή δεν έζησε εκείνη η μονάκριβη,
η αρετή, το πρόσωπο της πούλιας.

Σαν κάποια ‘πούλα,
ως, και Κρητικοπούλα,
μήπως, καλούλα ιστοροναύλωτη πιστή,
παλατιανή αρχοντοπούλα,
που την αγάπησε κι’ αυτήν η Ιστορία ;


Άκου με,

Δεν θέλω να ξημερωθώ
στου Μινώταυρου τα στεγνά λαγούμια,
με μίτους να αναλωθώ κι εγώ.

Μονάχα θέλω να μπορέσω να σου πώ,
πλάγιο ήχο δεύτερο, βυζαντινό,
ορχηστρωμένο με δικό σου στεναγμό,


... μιαν Ιστορία,


... αν δεν αργώ.





(Πάνος Ι. Αβατάγγελος – 27/02/06 – 06:42 πμ)"


.