5 Μαΐ 2009

Το Δάκρυ μου Ένοιωσα ...

.
Tο έρμο δάκρυ μου ένοιωσα,
να τρέχει στο κορμί μου,
εκατοστά, χιλιόμετρα,
σταγόνες της ζωής μου.

Πώς να το σταματήσω άραγε,
σε πιά πτυχή του νού μου,
απάγγιο να του προσφερθώ,
έρμαιo μες' τα χρόνια;

Δακρύζοντας, με 'ρώτησε,
"απο εκεί πάν' κι' οι άλλοι;",
"Έτσι", ... του αποκρίθηκα,
τό 'γυρα στην αγκάλη ...

Δυό ιστορίες να του πώ,
να πεί κι' αυτό δικιά του,
στην αγκαλιά μου να μπορεί,
ν' αφήσει τη καρδιά του.

Το έρμο δάκρυ μου ένοιωσα,
τα δάχτυλα να υγραίνει μα ...,
τρύπισέ με η υγρή φωνή,
"μη με ξεχνάς ...",
σαν έλειωνε ν' αποζητεί,

καρτερικά,

... στη θύμιση να μένει.



α.α/ Αλέξανδρος
(Π.Α.-04/05/2009-12:27π.μ.)

.

27 Απρ 2009

Στην Απάθεια που μου Δώρισαν ...

.
Είχα ξαπλώσει,
στην Απάθεια ... που μου δώρισαν.

Μα ...,
τους χαμογελώ...,
γιατί ...
έχω απλώσει χέρι ως εκεί,
όπου δε μπόρεσαν να φτάσουν.

Όπου, ... και τ' όνομα διαφεύγει τους,
στα καθημερινά,
πέρα απ' τα γράμματα ,
εκείνα τα "ψιλά" ...
μα ... που δε το γνωρίζουν...

Λέω τους λοιπόν ...
"ως την Εμπάθεια",
ακουμπώ.

Εμπάθεια, ναι ... για το Καλό.
Για το ... Σωστό.
Για, ό'τι θελήσει τον Πολιτισμό να διαλαλλήσει...
βροντοφωνήσει εμπαθώς ... και,
εμπαθής, ... όποιος θέλει να προχωρήσει ...

αλλά...
... για το Καλό.

Εμπάθεια,
για την Διάρκεια που...,
πήγασε απο ψυχές που δώρισαν,
γιατί,
η εμπάθεια ...,
δωρίζει,
ανήκει, μα ...
... δε χαρίζεται.

Πιστεύεται,
κι' ολιγαρκώς αμοίβεται όταν,
εμείς οι Εμπαθείς, ...

... δημιουργούμε και προτείνουμε.
Ακούν και ... κάποιοι άλλοι.

Φεύγει κάποτε η Εμπάθεια,
στης άμμου το ζεστό ακούμπισμα,
στο κουρνιαχτό που βγάνουμε,
... να ξαποστάσει ...

Κουρνιάζει,
εκεί όπου την αγαπούν ...,
... που αγαπά,
που, βρίσκει πρόσφορο το έδαφος να ξεπηδά,
να μας σφιχταγκαλλιάζει...

... μέσα από εμάς,
στον Κόσμο να φωνάζει ...

"Πιάσε 'να χέρι αδερφέ,
εκείνο που σου κάμει,
καλό που να δημιουργείς,
καλό να στέλλεις σ' όλους".


Είναι 'να χέρι τ' αδερφού,
μπορεί ... της αδερφής σου να 'ναι,
σε δρόμο βγάζει θετικό,
σε απάνεμο λιμάνι,
μα,
... βόηθα λίγο ακόμη εσύ,
σκούξε αδερφική φωνή.

Τράβα το προσκεφάλι,
... μακρυά,
γιατί ...,
είχες φθαρεί νωχελικά,
... ως την Απάθεια που σου δώρισαν.

Τώρα ... κρατάς ένα Σκεπτικό,
Δώρο,
του αδερφού σου,

... να τό 'χεις κατά νού σου.



α.α/ Αλέξανδρος
(Π.Α.-27/04/2009-01:49 π.μ)

.

24 Απρ 2009

Τώρα Γνωρίζω ...

.
Τώρα γνωρίζω ...

που είπες σχολιανά,
που έγραψες σε τοίχους ... φθαρτικά ...
που ψέλισες το Λόγο μισευμένο,

... ξέρω.

Κουβέντες δυό που σκέφτομαι,
Φλερτάρουν τις ανέμες,
τες ρουμπινιές ανάποδες,
σαίτες χωνευμένες,
σε λόγια που επόνεσαν,
σε πράξεις που φιμώσαν.

Λέω, σα φεύγω,
... Αμάρτησα ... λέω,

μα ... δε μετράει σε τίποτα,
σε ΤΙΠΟΤΑ .......
σε τίποτα σπουδαίο .......

Πνίγηκε στο φινάλε σου,
Εκείνο το χυδαίο ...

Εικόνα μία αναπολώ,
...

εγώ που,
πάντα διάλεγα,
εδίδασκα το γέλιο,

καλύτερα εσυνήθισα,
τους πόνους μου να κλαίω ...

Γνωρίζω πιά,
δε στο χρωστώ μα,

... πρέπει να τ’ αναπνέω.



α.α/ Αλέξανδρος
(Π.Α.-24/04/2009-02:52π.μ.)
.

18 Απρ 2009

Ο Χάρτης Μούσκεψε ...

.
Εκοίταζα το απόγευμα το Χάρτη,

... έπεφτε ο ήλιος,
πλάϊ στα σύνορα του Αιγαίου,
όπως διέγραφαν, αλλαλαγμένες διαδρομές
εκείνες οι σκιές του παραθύρου μου,
στο χάρτινο κορμί του.

Είδα την άκρη της νήσου Εύβοιας,
είδα νοτιά τη Καλαμάτα και τον Πύργο,
είδα τη Κέρκυρα ζερβά,
-μισόν, έχω αιώνα να σε δώ, πανέμορφη κυρά μου-,

Κοίταξα μέρη που θα ήθελα να είμαι,
...μα, ... δε το μπορώ .... και,
μέρη που μπορούσα να πατήσω,
... μα απλά ... δεν τ' ακολούθησα.

Είδα λιτά,
όσα να γίνονταν στο 'χθές,
που θα μπορούσαν,
με της ζωντάνιας το ρυθμό,
που τσαμπουνάγερε,
τα όνειρά μου πλέρια,
κάποτε ...

... σήμερα,
είδα με μάτια δειλινά,
-χείλι μου δε γελάει-,

όσα που θε να κάνω,
... δε μπορώ,

όχι ... εγώ,
αλλά γιατί,
... η ίδια μου η ζωή,
μου τα στερνάει ...

Ο χάρτης μούσκεψε στο λιόγερμα,
σαν ...,
θάλασσές του ζωγράφισε,
μ' αφρούς, ... με κύματα,
κραυγή εσωτερική,

ένα βλέμμα ... που πονάει.



α.α. Αλέξανδρος
(Π.Α.-18/04/2009-04:09π.μ.)

.

14 Απρ 2009

Βράδυ Εσμίλεψα Σιγαλά ...

.

Πέρασε ξένε το κατόφλι μου,
ακούμπα, εδώ στο γείσο..,

έχει γωνιές να κουρνιαστείς,
πλέρια να ξαποστάσεις.

Πές μου για το ταξίδι σου,
και ...
δώρα μην ακουμπήσεις,
άν κρατείς ...
φύλαχτα για λίγα χέρια παιδικά,
που θα στ' αποζητήσουν.

Εμένα, δώσ' μου το Λόγο σου,
δώσε μου τις εικόνες,
κι' όσα στο νού σου κουβαλάς,
για ιππότες και γοργόνες,

κι' εγώ,
θε να τα κάνω μύθευμα,
να πλάσω ιστορία,
βλέπεις...,

του ξένου, Κόσμε, 'γώ κρατώ,
τη μιά περιουσία.

Φίλεψα τον υγρή ελιά,
κρασί, ψωμί και ρόδινα,
δροσιά σε μια κουβέρτα,

.... εκιός,
μου χάρισε ζωή,
με μιαν απλή κουβέντα.

Έγραψα να την έχετε,
εσείς και τα παιδιά σας,
όλου του κόσμου οι φαμελιές,
φώς για το πέρασμά σας ...

Έφυγε ο ξένος,
έκλεισα το ξύλινο πορτόνι μα,
δε ξέχασα να μοιραστώ,
το λόγο και το δάκρυ,
γι' αυτό,
βράδυ εσμίλεψα σιγαλά,
στη πόρτα μου το σημάδι,

να φαίνεται από μακρυά ...

"Αιώνια η Αγάπη ...",



α.α./ Αλέξανδρος
(Π.Α. - 14/04/2009 - 03:10π.μ.)


Καλή Ανάσταση,
και μια συνέχεια αρμονική,
ψυχή καμμιά να μη μας λείψει αργότερα ...

.